βενζίνη

Καύσιμο μείγμα υδρογονανθράκων προερχόμενο από το πετρέλαιο ή παραγόμενο συνθετικά. Η σύνθεση της β. ποικίλλει ανάλογα με τον τρόπο παρασκευής της, έτσι ώστε να έχουμε διαφορετικές β. Γενικά, με τον όρο αυτό εννοούνται υγρά μείγματα χαρακτηριστικής οσμής, μη αναμείξιμα με το νερό, αλλά διαλυτά σε οργανικούς διαλύτες. Η β. που παίρνουμε με απόσταξη του πετρελαίου εκπλύνεται με οξέα και βάσεις, με οξειδωτικά και αποθειωτικά μέσα, με νερό και κατόπιν επαναποστάζεται. Η β. που προκύπτει με την πορεία της απόσταξης είναι λίγη, επειδή το πετρέλαιο περιέχει μόνο μια μικρή ποσότητα ελαφρών υδρογονανθράκων. Για τον λόγο αυτό, το 1913 άρχισε να εφαρμόζεται η μέθοδος διάσπασης ή πυρόλυσης (cracking), σύμφωνα με την οποία οι μακριές αλυσίδες υδρογονανθράκων των κλασμάτων υψηλού σημείου ζέσης του πετρελαίου ανάγονται σε πιο μικρά μόρια, ώστε να λαμβάνονται οι υδρογονάνθρακες που αποτελούν τη β. Οι β. από πυρόλυση έχουν διαφορετική σύνθεση από αυτήν που παίρνουμε με απόσταξη και ποικίλλουν ανάλογα με τη μέθοδο που ακολουθούμε. Τα κλάσματα απόσταξης του πετρελαίου υποβάλλονται ακόμα στην επεξεργασία αναμόρφωσης (reforming), η οποία συνίσταται στον πολυμερισμό των μικρών ανθρακούχων αλυσίδων, αλλά κυρίως στην πρόκληση ανακατατάξεων των μορίων (ισομεριώσεις) των υδρογονανθράκων, έτσι ώστε να βελτιωθούν τα χαρακτηριστικά της β. Η μέθοδος αυτή αφορά επίσης και την αντοχή της β. στην εκτόνωση, χαρακτηριστικό που είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την απόδοση των κινητήρων. Το ισοοκτάνιο (αλειφατικός υδρογονάνθρακας στον οποίο τα οκτώ άτομα άνθρακα έχουν διακλαδισμένη διάταξη) παρουσιάζει υψηλή αντιεκτονωτική ικανότητα. Η αντοχή στην εκτόνωση ενός καυσίμου μετριέται σε σύγκριση με δείγματα μειγμάτων ισοοκτανίου και κανονικού επτανίου (αλειφατικού υδρογονάνθρακα με επτά άτομα άνθρακα ισχυρά εκτονούμενου) και εκφράζεται συμβατικά ως αριθμός οκτανίου με το σύμβολο ΝΟ. Όταν λέγεται ότι μία β. έχει αριθμό οκτανίων 85, δεν σημαίνει ότι περιέχει το 85% σε οκτάνιο, αλλά ότι συμπεριφέρεται, από άποψη αντίστασης στην εκτόνωση, με τον ίδιο τρόπο όπως ένα μείγμα ισοοκτανίου-επτανίου το οποίο περιέχει το 85% του ισοοκτανίου. Δίνεται ο αριθμός 100 σε μια β. όταν παρουσιάζει στην εκτόνωση την ίδια αντίσταση με το καθαρό ισοοκτάνιο. Ο αριθμός 0 καθορίζεται για το καθαρό επτάνιο. Ο αριθμός οκτανίων μπορεί να υπερβεί το 100, δηλαδή την τιμή του οκτανίου. Μετριέται με έναν μονοκυλινδρικό κινητήρα έκρηξης, o οποίος έχει κινητή κεφαλή (χώρο συμπίεσης), μικρομετρικής ρύθμισης. Κατά τη δοκιμή αυξάνει προοδευτικά ο λόγος συμπίεσης ώσπου να εκδηλωθεί το φαινόμενο της αυτοανάφλεξης, και έτσι καθορίζεται ο αριθμός στον οποίο φτάνουμε. Ο αριθμός οκτανίων μιας β. κυμαίνεται ανάλογα με τον τύπο του αρχικού πετρελαίου, με τις τεχνικές επεξεργασίες (απόσταξη, θερμική πυρόλυση, καταλυτική πυρόλυση, καταλυτική αναμόρφωση κλπ.) και με το ποσοστό αντιεκτονωτικού (αποκλειστικά τετρααιθυλικός μόλυβδος). Αυξάνεται, π.χ., με την αύξηση της ποσότητας των αρωματικών υδρογονανθράκων και αυτό εξηγεί τη σημασία των τυποποιήσεων που προκύπτουν με τη μέθοδο του ισομερισμού (αναμόρφωση). Με τη β. αναμειγνύονται ειδικές ουσίες, κατάλληλες να βελτιώσουν τα χαρακτηριστικά της. Μεταξύ αυτών των ουσιών, που λέγονται προσθετικά, είναι τα αντιοξυγόνα ή αντιοξειδωτικά, για να αποτρέπεται ο σχηματισμός κολλωδών παραγώγων, τα αντιεκτονωτικά, τα αντιδιαβρωτικά, τα αντιπηκτικά (αλκοόλες και επιφανειοδραστικά) και τα αντιενεργητικά των μετάλλων (χηλισμός). Η συνθετική β., που λαμβάνεται με απευθείας υδρογόνωση του άνθρακα σε πολύ υψηλή θερμοκρασία και πολύ υψηλή πίεση, παράγεται με τις μεθόδους Φίσερ, Τροπς και Μπέργκιους. αμόλυβδη β. Η εκτεταμένη χρήση της β. κατά τα μεταπολεμικά χρόνια στους κινητήρες των αυτοκινήτων δημιούργησε προβλήματα περιβαλλοντικής ρύπανσης, ιδιαίτερα στα αστικά κέντρα, όπου παρατηρείται και η μεγαλύτερη συγκέντρωση οχημάτων. Ο μόλυβδος που απελευθερωνόταν στην ατμόσφαιρα, λόγω της χρήσης των βενζινοκινητήρων, συνέβαλε στη δημιουργία φαινομένων όπως το περιβόητο νέφος (αιθαλομίχλης) της Αθήνας, φαινόμενο που δεν ήταν όμως μοναδικό στον κόσμο. Τα τμήματα έρευνας και ανάπτυξης των πετρελαϊκών εταιρειών, μετά από διάφορες άλλες ατελέσφορες ή ασύμφορες λύσεις, κατέληξαν στην λύση της αμόλυβδης β. Οι αυτοκινητοβιομηχανίες, με τη σειρά τους, άρχισαν να εφαρμόζουν τις –αρχικά προαιρετικές– λύσεις των καταλυτικών κινητήρων που δεν δέχονταν β. με μόλυβδο. Η πειραματική χρήση της αμόλυβδης β. οδήγησε σε βελτιώσεις κατά τη διάρκεια του 1990, με αποτέλεσμα πλέον όλα τα νέα επιβατικά αυτοκίνητα να είναι εφοδιασμένα με καταλυτικούς κινητήρες. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, στα τέλη της δεκαετίας αυτής, εξέδωσε οδηγία για την απαγόρευση κυκλοφορίας (απόσυρση) αυτοκινήτων παλαιάς τεχνολογίας. Παρ’ όλα αυτά, η χώρα μας κατάφερε να εξασφαλίσει μια παράταση χρόνου για την εφαρμογή του μέτρου, το οποίο μεχρι το 2002 δεν είχε ακόμα υιοθετηθεί.
* * *
και βενζίνα, η
ελαφρό υγρό, προϊόν της επεξεργασίας του αργού πετρελαίου, άχρωμο ή τεχνητά χρωματισμένο, με χαρακτηριστική, έντονη οσμή, που χρησιμοποιείται ως καύσιμο, ως διαλύτης ή σε άλλες βιομηχανικές διεργασίες.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • βενζίνη — [вэнзини] ουσ. в. бэнзин …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • βενζίνη — η (λ. γαλλ.), το όνομα ελαφρού και εύφλεκτου προϊόντος του αργού πετρελαίου, που χρησιμοποιείται κυρίως ως καύσιμο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πετρέλαιο — Μείγμα πολυάριθμων υδρογονανθράκων, όλων σχεδόν των χημικών σειρών, που περιέχει και μικρές ποσότητες οξυγονούχων, αζωτούχων και θειούχων προϊόντων. Πετρέλαια θεωρούνται και τα ορυκτέλαια που εξάγονται από μεταλλευτικά κοιτάσματα, εκείνα που… …   Dictionary of Greek

  • εξαερωτής ή καρμπιρατέρ — Μηχανικό όργανο που παρέχει και αναμειγνύει το καύσιμο και τον αέρα κατά την τροφοδοσία των κινητήρων εσωτερικής καύσης, με ανάφλεξη μέσω σπινθήρα. Παλαιότερα ονομαζόταν αναμείκτης ανθρακωτής ή αναμεικτήρας. Μέχρι και τη δεκαετία του 1980 η… …   Dictionary of Greek

  • αυτοκίνητο — Όχημα το οποίο κινείται με κινητήρα που έχει πάνω του και το οποίο δεν σέρνεται από εξωτερική δύναμη. Γενικά χερσαίο όχημα που είναι κατασκευασμένο για να κινείται κατά κανόνα σε δρόμους και αντλεί την απαραίτητη για την κίνησή του ωστική δύναμη… …   Dictionary of Greek

  • κινητήρας — Μηχανή η οποία παράγει μηχανική ενέργεια απορροφώντας ενέργεια άλλης μορφής, συνηθέστερα θερμική, ηλεκτρική ή υδραυλική. Η ποσότητα της απορροφώμενης ενέργειας είναι πάντοτε μεγαλύτερη από την ποσότητα της παραγόμενης, εξαιτίας των απωλειών που… …   Dictionary of Greek

  • βενζινάκατος — Ταχύ σκάφος μικρού εκτοπίσματος, εφοδιασμένο με έναν ή δύο κινητήρες εσωτερικής καύσης. Τα κριτήρια και τα υλικά για την κατασκευή των β. είναι όμοια με αυτά που εφαρμόζονται για άλλα πλωτά μέσα μικρών διαστάσεων. Το μεγαλύτερο μέρος του σκάφους… …   Dictionary of Greek

  • μοτοσικλέτα — Οδικό όχημα με κινητήρα και δύο (ή σπανιότερα τρεις) τροχούς, για μεταφορά προσώπων ή και εμπορευμάτων. Όπως το αυτοκίνητο προήλθε από τις άμαξες, στις οποίες τοποθετήθηκαν κινητήρες ατμού ή εσωτερικής καύσης, έτσι και οι πρώτες μ. γεννήθηκαν από …   Dictionary of Greek

  • μπενζίνα — και μπεζίνα, η 1. βενζίνη 2. βενζινοκίνητο πλοιάριο. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. benzine (βλ. λ. βενζίνη)] …   Dictionary of Greek

  • καύσιμο — Υλικό που χρησιμοποιείται στους κινητήρες έκρηξης και στους κινητήρες ντίζελ. Τα κ. έχουν διαφορετικές ιδιότητες, ανάλογα με τον τύπο του κινητήρα για τον οποίο προορίζονται. Για τους κινητήρες έκρηξης έχει υιοθετηθεί ως υγρό κ. η βενζίνη. Τα κ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.